ΣΙΝΕΜΑ

Η Ελίνα Ψύκου μας μίλησε για την Ολυμπιάδα και το μεγάλο μας παραμύθι

Στο 58ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης συνομιλήσαμε με την δημιουργό του ‘Γιου της Σοφίας’, που προβάλλεται ήδη στα σινεμά, για τη δύναμη του μύθου και για τον εθισμό της στο YouTube.

Ο ‘Γιος της Σοφίας’, μια υπέροχη ελληνική ταινία που προβάλλεται αυτή τη βδομάδα στις αίθουσες (και ακόμα κι αισθητικά και μόνο αξίζει την τιμή του εισιτηρίου για να το χαζέψεις στη μεγάλη οθόνη), είναι κατά βάση μια ιστορία ωρίμανσης.

Κάθε ειλικρινής ιστορία ωρίμανσης συνοδεύεται φυσικά από απώλεια κι από πόνο, κι έτσι συμβαίνει και με τον 11χρονο Μίσα, ο οποίος έρχεται στην Ελλάδα από τη Ρωσία για να επανενωθεί με τη μητέρα του, όμως βρίσκει να τον περιμένει, ένας ‘πατέρας’ για τον οποίο δε γνώριζε τίποτα.

Ταυτόχρονα με τον Μίσα όμως, η ταινία είναι μια ιστορία ωρίμανσης και απώλειας της αθωότητας, και για την ίδια την Ελλάδα. Η ιστορία τοποθετείται το 2004, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το αποκορύφωμα του νεοελληνικού συλλογικού μας ονείρου, να βρίσκονται στο background κάθε σκηνής, με τον ένα τρόπο ή τον άλλον. Λίγο Κωστάλας, λίγο Ρουσλάνα, λίγο Φοίβος και Αθηνά, τελοσπάντων το όνειρο βρισκόταν στην πιο γλυκιά του στιγμή, εκεί λίγο πριν ξυπνήσουμε.

Με αυτό σαν ταπετσαρία, ο Μίσα καλείται να ζήσει σε ένα περιβάλλον που ζητά από αυτόν να αλλάξει, να ενταχθεί. Υπάρχει πόνος, υπάρχει μελαγχολία, υπάρχουν και απίστευτης ομορφιάς κουστούμια που στηρίζουν μια ονειρική διάσταση απόδρασης του φιλμ.

Ο ‘Γιος της Σοφίας’ είναι η δεύτερη ταινία της Ελίνας Ψύκου μετά την εξαιρετική ‘Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά’, κι όπως είχαμε μιλήσει με τη σκηνοθέτη όταν κυκλοφόρησε εκείνη η ταινία, έτσι δε χάσαμε ευκαιρία να τα πούμε και αυτή τη φορά. Τη συναντήσαμε στο 58ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου έκανε πρεμιέρα στην Ελλάδα η ταινία, και μιλήσαμε για τα σβησμένα Ολυμπιακά όνειρα, για τη δύναμη (και την απάτη) του μύθου, και για το πώς βρήκε τους δύο κεντρικούς ηθοποιούς της ταινίας της.

 

Θυμάσαι τι ήταν αυτό από το οποίο ξεκίνησε αυτή η ιστορία για σένα;

Την ταινία είχα αρχίσει να τη γράφω πολύ παλιά, όταν ακόμα σπούδαζα σινεμά, είναι το πρώτο σενάριο που έγραψα. Ο ‘Αντώνης Παρασκευάς’ είναι το τρίτο. Υπάρχει ένα χαμένο που είναι πιθανό να είναι το επόμενό μου, έχω κάνει στοκ! [γελάει] Αλλά ο ‘Γιος της Σοφίας’ είναι το πρώτο που άρχισα να γράφω στη φόρμα της μεγάλου μήκους, κάπου το 2002, 2003. Ήμουν κάπως θρασύτατη, θεωρούσα ότι δεν θα είναι κάτι δύσκολο να κάνεις μια μεγάλου μήκους ταινία. Είχα προσπαθήσει να το καταθέσω μόνη μου, χωρίς παραγωγούς, δεν ήξερα πώς γίνονται τα πράγματα, ήμουν μια αθώα φοιτήτρια. Οπότε η αρχική έμπνευση έχει κάπως χαθεί στο βάθος του χρόνου.

Πέρασαν τα χρόνια, έκανα μόνη μου τον ‘Παρασκευά’, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και γύρισα στο πρώτο μου σενάριο, που άρχισα να βλέπω με μεγαλύτερη εμπειρία πλέον. Κι εγώ είχα αλλάξει σαν άνθρωπος πλέον, και σαν επαγγελματίας είχα εμπειρία. Το ξανάγραψα μετά.

Εξάλλου έχει πιο μοντέρνες αναφορές από τότε που το έγραψες.

Ακριβώς. Ο κορμός όμως υπάρχει εκεί, το παιδί, η μητέρα κι αυτός ο κύριος. Αυτό υπάρχει από τότε. Πέρασα 3 μήνες στο Βερολίνο υπό την αιγίδα του Φεστιβάλ για να κάνω develop το σενάριο, και η ταινία γυρίστηκε το Δεκέμβριο του ‘15. Σπάσαμε στα δύο τα γυρίσματα γιατί πέσαμε στα capital controls και δε μπορούσαμε να τη χρηματοδοτήσουμε με τη μία.

Οι ηθοποιοί μου άρεσαν πολύ αλλά δεν είναι όλοι επαγγελματίες, σωστά; Πώς τους βρήκες; Πώς δούλεψες με τον πιτσιρικά;

Από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ταινίας ήταν η εύρεση των ηθοποιών. Βασίζεται πολύ στους χαρακτήρες επομένως ήταν πολύ σημαντικό. Ξεκινήσαμε με το παιδί και τη μητέρα. Πήγαμε ταξίδι με τον Καρναβά τον παραγωγό στη Ρωσία, ήμασταν σε επαφή με διευθυντές κάστινγκ, είδαμε Ρωσίδες ηθοποιούς και παιδιά για το ρόλο του Μίσα. Έχουν σχολές υποκριτικής για παιδιά εκεί, έβλεπες άλλον τρόπο υποκριτικής.

Γιατί έψαξες εκεί κι όχι εδώ;

Εγώ εξαρχής δεν ήθελα να πάρω ηθοποιό Ρωσίδα που ζει στην Ελλάδα, υπάρχουν κάποιες που έχουν παίξει και σε άλλες ταινίες και που μιλάν και Ελληνικά και Ρώσικά και σίγουρα θα έκανε πιο εύκολο το όλο πράγμα. Αλλά κάπως θεωρούσα ότι έπρεπε να υπάρχει καινούριο πρόσωπο, όχι κάποιο που έχουμε ξαναδεί σε ελληνικές ταινίες.

Επιστρέψαμε ενθουσιασμένοι από τη Ρωσία, αν και το να φέρουμε ηθοποιούς από εκεί ήταν κάπως δύσκολο οικονομικά. Συνεχίσαμε να ψάχνουμε και στην Ελλάδα παιδί. Η υπεύθυνη κάστινγκ που μας είχε βοηθήσει στη Ρωσία είχε γνωστούς και στη Γερμανία και βρέθηκε τελικά η Βάλερι Τσεπλάνοβα στο Μόναχο. Εξ αρχής η επαφή μας ήταν συγκινητική, πήγα αυθημερόν στο Μόναχο και ήπιαμε καφέ, και συνδεθήκαμε με τη μία. Βρήκα τρομερά ενδιαφέρον ότι κι αυτή μετανάστης από 8 χρονών ήταν, από τη Ρωσία στη Γερμανία με τη μητέρα της, αφήνοντας πίσω τον πατέρα της που ξαναείδε όταν έγινε 20 χρονών, και στη Γερμανία η μητέρα της παντρεύτηκε Γερμανό. Έφερε δηλαδή ένα βίωμα δικό της που αισθάνθηκα πως θα το κουβαλούσε μετά στην ταινία.

Για τα παιδιά συνεχίζαμε το κάστινγκ στην Ελλάδα και βρήκαμε τον Βίκτορ στο διαπολιτισμικό σχολείο Αμφιθέας. Έχουμε πολλούς μετανάστες και πολλά διαπολιτισμικά στην Ελλάδα, τα επισκεφθήκαμε και βρήκαμε τον Βίκτορα. Δεν είχε ξαναπαίξει σε ταινία, δεν είχε ιδέα τι γίνεται με όλο αυτό το πράγμα, ήρθε σε μια οντισιόν μαζί με άλλα παιδιά κι ήταν πάλι και με αυτόν συναισθηματική κάπως η επαφή. Κι ο Θανάσης Παπαγεωργίου είναι ένας ηθοποιός που τον ξέρουμε από το θέατρο κι από πολύ λίγους και σπάνιους κινηματογραφικούς ρόλους που έχει κάνει σε ταινίες του Τσεμπερόπουλου.

Το ενδιαφέρον ήταν ότι ο Θανάσης δε μιλάει αγγλικά, η Βάλερι δεν μίλαγε ελληνικά, έκανε μαθήματα δηλαδή για να πει αυτά που έπρεπε να πει, ο Βίκτορας ευτυχώς μίλαγε και αγγλικά και ελληνικά και ρώσικα. Εγώ δε μίλαγα ρώσικα αλλά έκανα μαθήματα γιατί θεωρούσα ότι δε γίνεται να έχω μια ταινία που η μισή είναι στα ρώσικα και να μην αντιλαμβάνομαι τους ήχους της γλώσσας κι άρα να μην αντιλαμβάνομαι πώς οι ηθοποιοί εκφέρουν τις προτάσεις. Εγώ έκανα μαθήματα ρώσικων, η Βάλερι ελληνικών, επομένως ήταν μια βαβυλωνία, εγώ έκανα τον μεσάζοντα όπως στην ταινία η Σοφία κάνει το ίδιο ανάμεσα στον Μίσα και στον κύριο Νίκο, εγώ το έκανα ανάμεσα στη Βάλερι και στον Θανάση. Η Βάλερι δε μένει στην Ελλάδα επομένως ερχόταν κάποια 5ήμερα για να κάνουμε πρόβες για ένα διάστημα 6 μηνών.

Στο παιδί αποφάσισα να μη δώσω ποτέ το σενάριο. Του διηγήθηκα την ιστορία και κάθε φορά που ήταν να προβάρουμε μια σκηνή το συζητούσαμε και του έδινα να διαβάσει για ένα λεπτό τι είχα σκεφτεί για διαλόγους. Και μετά προβάραμε τις σκηνές. Δε διάβασε ποτέ το σενάριο, ήταν για μένα αυτό πολύ σημαντικό γιατί επειδή τα παιδιά έχουν μια ροπή στην παπαγαλία, δεν ήθελα να νιώσει πως θέλω να παπαγαλίσει τους διαλόγους.

Επίσης το διαμέρισμα ήταν άδειο και το στήσαμε εξαρχής, το βρήκαμε μέσω αγγελίας που νοικιαζόταν, στο Πεδίο του Άρεως, το νοικιάσαμε 3 μήνες πριν τα γυρίσματα και το είχαμε στη διάθεσή μας. Τόσο σκηνογραφικά, για να φτιαχτεί λειτουργικά και ζωντανά αλλά και εγώ ώστε να κάνω τις πρόβες μου, το οποίο βοήθησε πάρα πολύ.

Σκεφτόμουν βλέποντας την ταινία κάτι που συζήταγα πρόσφατα, δε θυμάμαι με τι αφορμή, ότι θα ήθελα να βλέπω στο ελληνικό σινεμά περισσότερες ταινίες με ήρωες μετανάστες, αλλά καθαρά από την οπτική τους, τη γλώσσα τους, είναι κάτι που κάπως λείπει.

Εγώ κάπως μια ταινία για την παιδική ηλικία ήθελα να κάνω, με έναν τρόπο. Αλλά για μένα η σύμβαση του μετανάστη ήρωα λειτούργησε τρομερά δημιουργικά σε επίπεδο κουλτούρας, νοοτροπίας, δηλαδή έκατσα και δούλεψα πολύ και έκανα έρευνα σε σχέση με όλα αυτά που κουβαλά ένα παιδί που μεταναστεύει σε άλλη χώρα, και πώς όλα αυτά βίαια του ζητούν να ξεριζωθούν από μέσα του.

Γιατί ακόμα κι αυτοί που έχουν τις καλύτερες προθέσεις, δε μιλάω για τους ρατσιστές συμπολίτες μας, ακόμα και για όλους εμάς όμως που έχουμε καλές προσθέσεις, ακόμα και χωρίς να το θέλουμε, προσδοκούμε από αυτούς τους ανθρώπους να γίνουν Έλληνες. Δεν έχουμε κακές προθέσεις όλοι, γίνεται αυτόματα. Κι όλο αυτό το βρήκα τρομερά ενδιαφέρον σε σχέση με την ταυτότητα. Αυτό που συμβαίνει σε αυτό το παιδί είναι ότι γίνεται ένας επαναπροσδιορισμός του, δεν ισχύει τίποτα από όλα όσα ήξερε ως τώρα για τον ίδιο. Και νομίζω ότι αυτό είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο σε σχέση με όλους τους ανθρώπους που μεταναστεύουν, ότι κάπως αναγκάζονται να γίνουν ένα άλλο πράγμα, κάτι που φαντάζομαι ότι είναι μια πολύ επώδυνη διαδικασία.

Αυτό που λες το σκεφτόμουν σε σχέση με το ρόλο του ας πούμε πατέρα, όταν εμφανίστηκε σκέφτηκα πως είναι ο κακός της υπόθεσης αλλά δεν ήταν μια καρικατούρα τελικά, είναι πώς να το πω, είναι κατά βάση ένας κύριος που…

Κοίτα, για εμένα δε θα είχε ενδιαφέρον να ήταν ένας κακός. Νομίζω οι περισσότεροι το καταλαβαίνουν και δεν τον αντιμετωπίζουν ως κακό. Στην ταινία δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, ούτε το παιδί είναι καλό. Μόνο. Κι ούτε ο κύριος Νίκος, ούτε η Σοφία. Όλοι ανάλογα με την οπτική τους δρουν όπως δρουν, είναι όλο αυτό ένα παιχνίδι αλλαγής ρόλων και ισορροπιών.

Κι ο κύριος Νίκος από την πλευρά του έτσι έχει μάθει να κάνει τα πράγματα κι έτσι τα κάνει. Με αγάπη τα κάνει. Απλά με έναν τρόπο που δεν ταιριάζει στο παιδί. Αλλά αυτός έτσι έμαθε, έτσι ήξερε, έτσι τον μάθανε. Για μένα η ταινία είναι για τον τρόπο που εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας και για τον τρόπο που η πολιτεία εκπαιδεύει τους πολίτες της.

Προφανώς, αυτά που αναπαράγει διδάσκοντας το παιδί είναι αυτά που είχε στο μυαλό του από όταν πήγαινε εκείνος σχολείο.

Ναι, προφανώς υπάρχει από πίσω ο σκηνοθέτης κι ο σεναριογράφος σε αυτό, οι σκηνές έχουν μια θεατρικότητα, αλλά για μένα αυτό είναι σινεμά, έτσι το αντιλαμβάνομαι για να πάρει αυτό και μια άλλη διάσταση. Αλλά όλες αυτές οι σκηνές λειτούργησαν και με ένα συμβολικό τρόπο. Αλλά είναι αυτό που εκείνος έχει μάθει, είναι μια ταινία για το πώς μαθαίνουμε, για το πώς καταλήγουμε αυτό που μας έχουν μάθει να είμαστε. Αυτό που θέλουν οι άλλοι να είμαστε.

Και οι μικρές αποχωρήσεις από την πραγματικότητα; Τα κουστούμια, η σκηνογραφία, είναι φανταστικά. Πώς μπήκε στην ταινία αυτό το στοιχείο;

Εξαρχής επειδή ήταν πρωταγωνιστής ένα παιδί ήθελα να υπάρχει έντονο το στοιχείο της φαντασίας μιας που όλα τα παιδιά έχουν έντονο το στοιχείο της φαντασίας, που μεγαλώνοντας η πραγματικότητα το καταπλακώνει. Ήταν πολύ σημαντικό να ανακαλύψω αυτό το κομμάτι. Ένας ακόμα μύθος, ο μύθος που έχουν τα παιδιά στο κεφάλι τους.

Άσχετα με αυτόνομα κομμάτια της φαντασίας υπάρχουν όλα αυτά τα ζώα τα λούτρινα παντού, κάτι που αυτόματα δίνει ένα κομμάτι μη ρεαλιστικό στην ταινία. Ήταν για μένα εξαρχής πάρα πολύ σημαντικό να υπάρχει η ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη φαντασία και δουλέψαμε πάρα πολύ με την Πηνελόπη Βαλτή και τη Μάρλι Αλειφέρη, δουλέψαμε οι τρεις μας σαν ομάδα, ήταν ίδιες συνεργάτες στον ‘Παρασκευά’ όπως κι ο διευθυντής φωτογραφίας, επομένως υπήρχε ήδη μεταξύ μας κώδικας, ξέρανε κι οι τρεις ότι μου αρέσει να τσιμπάω τα πράματα.

Το διαμέρισμα ήταν άδειο επομένως μπορούσαμε να του κάνουμε ό,τι θέλουμε, δουλέψαμε πολύ με τα χρώματα, πώς θα ταιριάξουν όλα μεταξύ τους. Μου αρέσει πολύ το κομμάτι του ντεκόρ και των ρούχων επομένως ήμουν από πάνω από κάθε prop. Χιλιάδες μέιλ ανταλλάχτηκαν, φωτογραφίες, αναφορές. Εγώ εστιασα πολύ στο κομμάτι της επιλογής των ηθοποιών και των προβών και ας πούμε μετά στο κομμάτι της κατασκευής του κόσμου. Προσπαθώντας να τα ισορροπήσω.

Μέσα σε αυτό παίζει μεγάλο ρόλο η δύναμη του μύθου γενικότερα. Κι ο κύριος Νίκος χρησιμοποιεί εικόνες από μυθολογία, ακόμα κι η διαρκής παρουσία της Ολυμπιάδας…

Είναι ένας μύθος, προφανώς! Οι μύθοι δεν είναι το πρώτο πράγμα με το οποίο εκπαιδεύουμε τα παιδιά; Δούλεψα πολύ σε αυτή τη διάσταση του μύθου. Είναι ένας παραμυθάς ο κύριος Νίκος. Μετά είναι η παραβολή του ασώτου υιού. Μετά, ο μύθος της ίδιας της Ιστορίας. Ο μύθος του πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, που υπάρχει πολύ στην ταινία. Η Ολυμπιάδα είναι επίσης ένας μύθος, ένα παραμύθι. Αυτά είναι το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε στα παιδιά. Σε όλο αυτό μέσα υπάρχει ψέμα και υπάρχει βία. Μαθαίνουμε εξαρχής στα παιδιά το ψέμα μέσα από το παραμύθι και μαθαίνουμε τη βία της ενηλικίωσης, τη βία της οικογενειακής αγάπης, όλη τη βία που υπάρχει στα παραμύθια και περνά στα παιδιά με έναν εντελώς υπόγειο τρόπο.

Η Ολυμπιάδα ως background μου θύμισε πολύ τον ‘Παρασκευά’, τη σκηνή εκείνη με το μοντάζ…

Με τις καλύτερες στιγμές του!

Ναι! Που δεν ξέρω ακριβώς πώς συνδέονται, αλλά είναι κάπως σαν ένα χαλί της μεταπολίτευσης μέσα από εικόνες.

Θραύσματα. Γυαλάκια. Μου αρέσει πάρα πολύ στις ταινίες που θέλω να κάνω, ενώ υπάρχει μια ιστορία, να υπάρχει ένα background πολιτικοκοινωνικό το οποίο να μην είναι μες στη μούρη του θεατή αλλά να υπάρχει από πίσω σαν χαλί, να λειτουργεί σαν μεταφορά κατά κάποιο τρόπο. Αυτό το σενάριο όπως είπα το έγραψα στην αρχή του 2000, κι όταν ξαναγύρισα σε αυτό με απασχόλησε ο χρόνος της ταινίας.

Στην αρχή πήγα να το προσαρμόσω στο τώρα και μετά λέω, γιατί να μην το βάλω τότε; Που είναι το παραμύθι, το τέλος της αθωότητας, το τέλος του illusion. Όπως είναι η ταινία το τέλος της αθωότητας του παιδιού αυτού. Έρχεται με την προσδοκία ότι θα ξαναβρεί τη μαμά του και θα ζήσει μαζί της, και βρίσκει κι έναν άλλον. Και αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δε θα είναι ποτέ τέλεια, όπως τα παραμύθια που του μάθαιναν μικρός.

Επομένως το έβαλα εκεί και το άφησα να υπάρχει σαν χαλί, σαν ένα ακόμα παραμύθι. Και μετά βρέθηκε η πολύ ωραία σύνδεση με τους Ολυμπιακούς της Μόσχας. Δεν ήταν από την αρχή εκεί, ήταν στην πορεία, χτίσιμο σταδιακό. Βίντεο που ανακάλυπτα στο YouTube, τραγούδια που ανακάλυπτα στο YouTube, είμαι από αυτού που γράφουν με το YouTube ανοιχτό όλη την ώρα. Είμαι YouTube-άκιας σκηνοθέτης! Η τελευταία σκηνή, που ανεβαίνει με τα μπαλόνια, είναι μια εικόνα από την τελετή λήξης της Μόσχας. Είναι ας πούμε ποπ κομμάτια του παρελθόντος της Ελλάδας και της Ρωσίας. Επιχείρησα επίσης να κάνω έναν παραλληλισμό της πορείας των δύο χωρών που κι οι δύο ζήσαν μια ψευδαίσθηση που μετά τους Ολυμπιακούς καταρρίφθηκε.

*Η ταινία ‘Ο Γιος της Σοφίας’ κυκλοφορεί στις αίθουσες από την One from the Heart. Το 58ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης διεξήχθη από τις 2-12 Νοεμβρίου.