Κανείς δεν έκλαψε για μια Δευτέρα, μέχρι αυτή

Λίγα λόγια για το συγγραφικό εγχείρημα του Ηλία Αναστασιάδη.

Δεν ξέρω ποιος είναι εκείνος που ορίζει πότε ξεκινάμε να ονομάζουμε κάτι ως πρόβλημα. Όταν χάσεις ένα μηνιάτικο σε λίγη ώρα; Όταν ζητήσεις τα πρώτα δανεικά; Όταν οι πράξεις σου βλάψουν κάποιον γύρω σου; Ή όταν οι πράξεις σου φτάσουν να βλάψουν ανεπανόρθωτα εσένα τον ίδιο; Ο Ηλίας στα δικά μου μάτια δεν είχε ποτέ πρόβλημα. Για πολύ καιρό ήταν απλά ο Ηλίας που έκανε χαζομάρες. Ίσως γιατί δεν τον έπαιρνα αρκετά στα σοβαρά. Ίσως γιατί τον αγαπούσα λίγο παραπάνω και δεν ήθελα να το παραδεχτώ.

Δεν ξέρω ποιος είναι εκείνος που ορίζει πότε ξεκινάμε να ονομάζουμε κάτι ως πρόβλημα. Όταν χάσεις ένα μηνιάτικο σε λίγη ώρα; Όταν ζητήσεις τα πρώτα δανεικά; Όταν οι πράξεις σου βλάψουν κάποιον γύρω σου; Ή όταν οι πράξεις σου φτάσουν να βλάψουν ανεπανόρθωτα εσένα τον ίδιο; Ο Ηλίας στα δικά μου μάτια δεν είχε ποτέ πρόβλημα. Για πολύ καιρό ήταν απλά ο Ηλίας που έκανε χαζομάρες. Ίσως γιατί δεν τον έπαιρνα αρκετά στα σοβαρά. Ίσως γιατί τον αγαπούσα λίγο παραπάνω και δεν ήθελα να το παραδεχτώ.

Ο Ηλίας Αναστασιάδης ξεκίνησε να είναι στα μάτια μου εξαρτημένος από τον τζόγο όταν ο ίδιος ήρθε και μου είπε ότι έχει πρόβλημα και ότι θα ζητήσει βοήθεια

Λίγα χρόνια νωρίτερα με ξεναγούσε στον μαγικό κόσμο του στοιχήματος με κάθε πιθανό τρόπο. Όχι εν είδει δασκάλου, δεν διεκδίκησε ποτέ αυτόν τον ρόλο, δεν νομίζω ότι είχε ποτέ πάθος για το παιχνίδι συνολικά, είχε πάθος να παίζει εκείνος. Κάτι που φαντάζομαι θα αντιληφθείς πολύ γρήγορα πιάνοντας στα χέρια σου τη "Δευτέρα". Την πρώτη του συγγραφική απόπειρα που αναλύει ακριβώς αυτό, τον εθισμό του στον τζόγο.

Επειδή όμως για πολύ καιρό ένιωθα σαν το παιδάκι που δεν το παίζουν οι φίλοι του, όταν έβλεπα τον Ηλία να ζοχαδιάζει ή να πανηγυρίζει μπροστά στην οθόνη του γραφείου, φρόντισα κι εγώ να μάθω τι είναι το παρολί, γιατί δεν μπορείς να σηκώσεις τα χρήματά σου μετά από μια online νίκη, πώς παίζεται το κρίκετ και πώς δουλεύουν οι αποδόσεις στο live betting.

"Θα σταματήσεις λίγο στο περίπτερο εδώ μετά το φανάρι να πάρω μια paysafe;"

"Τι είναι αυτό;"

Έχω τη χαρά να δουλεύω μαζί του ακριβώς 10 χρόνια. Μισά χρόνια στον Πήγασο και τα τελευταία 5 στην 24MEDIA. Και δεν νιώθω την ανάγκη να μετρήσω πόσο φίλο μου τον θεωρώ μετά από τόσα χρόνια κοινής πορείας. Το δεδομένο είναι ότι σε πολλές στιγμές αυτής της ζωής, ο Ηλίας ήξερε για εμένα περισσότερα πράγματα απ' ό,τι μπορεί να ήξεραν οι κολλητοί ή η οικογένειά μου κι αντίστοιχα εγώ ήξερα για εκείνον πράγματα που δύσκολα θα ομολογούσε σε κάποιον άλλον.

Κι όμως, διαβάζοντας γοργά ένα καλοκαιρινό μεσημέρι τις πρώτες σελίδες του τότε αδημοσίευτου ακόμα βιβλίου του, ένιωθα ότι θα είχα την ευκαιρία για πρώτη φορά να ρίξω μια ματιά στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Ο Ηλίας δεν βγάζει εύκολα τον εαυτό του στην αρένα για να προσφέρει άρτο και θεάματα. Στη "Δευτέρα" βγαίνει χωρίς όπλα στην αρένα να τον φάνε τα λιοντάρια.

Θέλει θάρρος να παραδεχτείς το πρόβλημά σου κι ακόμα μεγαλύτερο να ξεφτιλιστείς στα αχόρταγα μάτια ενός αναγνώστη ο οποίος σκύβει στα γόνατα και βάζει καλά το μάτι στην κλειδαρότρυπα. Η "Δευτέρα" σε κάνει σε κάθε κεφάλαιο να θες να διαβάσεις παραπάνω, να μάθεις περισσότερα για τις γυναίκες της ζωής του συγγραφέα, να υπολογίσεις πόσα χρωστάει και αν αυτό συνεπάγεται καταστροφή για τη δική σου τσέπη ή όχι. Η "Δευτέρα" σε κάνει να αγαπάς και να μισείς τον ηρωά της, σε κάνει πολλές φορές να τον ζηλεύεις αλλά με πάσα βεβαιότητα σε κάνει να μονολογείς ότι δεν θα ήθελες να είσαι στη θέση του.

Δεν θα μπω στον πειρασμό να βάλω σε αυτό το κείμενο μερικά πολύ δυνατά σημεία του βιβλίου γιατί όπως σε κάθε καλή ταινία, σειρά, βιβλίο, ο δημιουργός έχει βάλει μία χρονολογική σειρά που θέλει να μαθαίνεις τις πληροφορίες. Θα βάλω όμως 2-3 αποσπάσματα για να αντιληφθείς ακόμα κι αν δεν έχεις πάρει ακόμα μια “Δευτέρα” στα χέρια σου, ότι αυτή η αφήγηση θα σε βάλει σε κόσμους λίγο ή πολύ μακρινούς από εσένα και εμένα.

“Γλυκιά Ιωάννα… Η μόνη μας διαφωνία εξαρχής ήταν ο τρόπος που προσεγγίζαμε τα Σαββατόβραδα. Και οι δύο θέλαμε κάτι πολύ συγκεκριμένο, αλλά αρκετά ατυχώς, αυτό που ήθελε ο ένας ουδεμία σχέση είχε με αυτό που ήθελε ο άλλος. Εγώ φαντασιωνόμουν να παίζω απ’ το πρωί του Σαββάτου μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής κι εκείνη να βγαίνει (ιδανικά, μαζί μου) σε ένα παρακμιακό, γκοθ στέκι στην πλατεία Αμερικής. Συνεννοηθήκαμε, αφού επιστράτευσα το μεταξύ μας χάσμα γενεάς. «Δεν είμαι εγώ για ξενύχτια, βρε αγάπη μου. Εγώ προτιμώ να σε βλέπω ήσυχα, να αγαπιόμαστε, να πηγαίνουμε σινεμά. Βγες, ξενύχτησε, τα ’χω χορτάσει αυτά εγώ. Αφού ξέρεις πως, όταν δεν είμαι δίπλα σου, μόνο εσένα σκέφτομαι. Ναι;» της είπα το πρώτο Σάββατο που συμφωνήσαμε ότι διαφωνούμε και η αθώα, ερωτευμένη φοιτήτρια-καθηγήτρια χαμογέλασε πλατιά και μου ’δωσε ένα φιλί που σήμαινε «εντάξει»”.

Πώς είναι αλήθεια να εννοείς το Σαββατόβραδό σου κάπως αλλιώς από τον υπόλοιπο κόσμο. Πώς είναι να έχεις κάτι που άλλοι θα ζήλευαν κι εσύ να αποζητάς την απομόνωσή σου σε μια άρρωστη οθόνη; Πώς είναι να χτίζεις, όχι μία ημέρα, αλλά ολόκληρη τη ζωή σου γύρω από δικαιολογίες; Αλλά και πώς να μην την χτίσεις έτσι όταν η εικόνα μιας φυσιολογικής Κυριακής δεν είναι το ίδιο φυσιολογική με τις άλλες Κυριακές εκεί έξω;

“Κάποιες από τις Κυριακές των πρώτων μου ενήλικων χρόνων τις περνούσα παίζοντας μπλακ τζακ ή ρουλέτα στο ίντερνετ συντροφιά με τον μπαμπά μου. Το τζογάρισμα ερχόταν να καλύψει την μπάλα ή τα παιχνίδια που δεν παίξαμε ποτέ σαν πατέρας και γιος τις Κυριακές της ανήλικης ζωής μου. Στήναμε το λάπτοπ στο μικρό χολ έξω από τα δωμάτιά μας, σε μια γωνιά στην οποία είχα την τιμητική μου. (...) Ήταν περίεργο, αλλά είχαμε δημιουργήσει τη δική μας μικρή, κυριακάτικη παράδοση. Σπάνια χάναμε από νωρίς. Κι αν το κάναμε, το κάναμε με χαμόγελο. Στωικά. Ευχαριστημένοι που συμμετείχαμε. Μάλλον το πώς απλωνόταν η υπόλοιπη Κυριακή μπροστά μας, με τις άπειρες ευκαιρίες για περισσότερο, αθλητικό αυτή τη φορά, τζόγο, απάλυνε άμεσα τον πόνο της ήττας. Αλλά τις περισσότερες φορές, μέναμε για ώρα, για ώρες δηλαδή, στο τραπέζι. Όσο μέναμε ζωντανοί, η μαμά μου μας έφερνε φρυγανιές με μέλι, τσάι και φρούτα για συμπαράσταση. «Να, κοίτα, Ρίτα, έχουμε διπλασιάσει τα λεφτά μας», της έλεγε ο μπαμπάς μου όσο η τύχη ήταν με το μέρος μας. Εκείνη χαιρόταν στιγμιαία, αλλά αμέσως έσπευδε να μας συμμαζέψει. «Άντε, βγάλτε τα τώρα, να έχετε να παίξετε και την υπόλοιπη μέρα», έλεγε κατεβαίνοντας τη σκάλα, σίγουρη ότι δεν θα ακούγαμε τη συμβουλή της”.

Ο λόγος είναι γρήγορος, αφηγηματικός αλλά και ελκυστικός. Υπάρχουν στιγμές που θα γελάσεις, φράσεις που θα σε κάνουν να αισθανθείς άβολα, περιγραφές που θα σε κάνουν να ξεχαστείς από το δράμα του ήρωα. Υπάρχουν όμως και σημεία που θα ακούσεις την καρδιά σου να χτυπά λίγο πιο γρήγορα, ατάκες που θα μαυρίσουν την ψυχή σου μέχρι τα βάθη της, σκηνικά που θα σε κάνουν έξαλλο για τη βλακεία της ανθρώπινης φύσης. Προφανώς και υπάρχουν στιγμές που θα δακρύσεις.

Αυτό όμως είναι νομίζω και το πιο σημαντικό στοιχείο της "Δευτέρας". Το γεγονός ότι παίζει με τα συναισθήματά σου χωρίς να σε καθοδηγεί, χωρίς να σου υπαγορεύει πώς θα νιώθεις. Ακριβώς γιατί σε κάνει με έναν μυστήριο τρόπο πότε να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του και πότε να στέκεσαι απέναντί του έτοιμος να τον λιθοβολήσεις.

Στην περιγραφή της πρώτης του επίσκεψης στον ψυχολόγο σκεφτόμουν μόνο πόσο “Ηλίας” είναι η παρακάτω σκέψη.

“Νομίζω ότι στο πρώτο ραντεβού με ψυχοθεραπευτή σού επιτρέπεται να επινοείς χαζές συνδέσεις, ακριβώς επειδή φαντάζεσαι ότι σε καθετί στο χώρο κρύβεται ένα κρυφό νόημα. Ενώ έκλεινα το μάτι στον εαυτό μου που ταύτισα το λιμάνι του πίνακα με το μεταφορικό (λιμάνι) που κάθε πρόγραμμα οφείλει να συμβολίζει για έναν εξαρτημένο, η Φανή μπήκε στο δωμάτιο και είδε ότι έχω απορροφηθεί τον πίνακα. «Συμβολίζει κάτι;» τη ρώτησα. «Δεν ξέρω, δεν τον ζωγράφισα εγώ. Τι να συμβολίζει;» μου απάντησε με μια κυνική ειλικρίνεια που δεν είχα συναντήσει ξανά. Θεώρησα ότι τεστάρει τη φαντασία μου, ότι η ερώτησή της είχε θεραπευτικές προεκτάσεις. «Μήπως ότι το πρόγραμμα είναι το λιμάνι κάθε θεραπευόμενου;» της είπα με την αυτοπεποίθηση του καλού μαθητή που ξέρει ότι απάντησε σωστά και περιμένει το «μπράβο» του δασκάλου. «Θα σε γελάσω. Εδώ τον βρήκαμε κι εμείς. Το χώρο τον νοίκιαζε μια λογιστική εταιρεία πριν από εμάς. Ίσως να συμβόλιζε κάτι για τον λογιστή που τον κρέμασε, δεν ξέρω”.

Ο Ηλίας Αναστασιάδης είναι ένας εξαιρετικός γραφιάς, πολύ καλύτερος απ' ό,τι θα μπορούσα ποτέ να είμαι εγώ. Ακριβώς γιατί πονάει τις λέξεις, τις εκφράσεις, τις παραγράφους και τις σελίδες του με έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο. Και κατάφερε να πάρει μία αληθινή ιστορία, τη δική του ιστορία, και να την παρουσιάσει άρτια σε ένα βιβλίο χωρίς να παρασυρθεί από τις λογοτεχνικές ανάγκες της αφήγησης, χωρίς να χάσει ίχνος του ωμού ρεαλισμού που τον χαρακτηρίζει κάθε φορά που επιλέγει να τιμωρήσει τον εαυτό του ξεσκεπάζοντας μια κρυφή πτυχή της καθημερινότητάς του.

Αφήνω επίτηδες τους συναισθηματισμούς στην άκρη για να δώσω στη "Δευτέρα" την κριτική που της αξίζει. Είναι ένα βιβλίο το οποίο θα διαβάσεις εύκολα, μία ιστορία που θες να μάθεις αν έχει ευτυχές τέλος, ένας συγγραφέας ο οποίος δίνει τα πρώτα διαπιστευτήριά του με ένα αυτοαναφορικό βιβλίο, δίνοντας υπόσχεση για τα επόμενα λογοτεχνικά του βήματα.

Το ταξίδι του καθενός για την προσωπική του λύτρωση είναι μεγάλο και επίπονο. Με χαρά διαπιστώνω ότι ο φίλος μου είναι πιο κοντά από τους περισσότερους από εμάς στον προορισμό.