Άρης Ράμμος
ΣΙΝΕΜΑ

Ο Σύλλας Τζουμέρκας και οι αντιφατικές εικόνες του Παραδείσου

Με το «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» στις αίθουσες, μιλάμε με έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες για την ελληνική επαρχία, τους ξεφτισμένους Παραδείσους, και το αγαπημένο του σουξέ του Φοίβου.

Με το «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» ο Σύλλας Τζουμέρκας δοκιμάζει κάτι διαφορετικό. Και πάλι βαθιά κοινωνική στη ματιά της, όπως άλλωστε ήταν τόσο η «Χώρα Προέλευσης» όσο και η «Έκρηξη», ωστόσο πατώντας πλέον περισσότερο στα χαρακτηριστικά ταινιών είδους, συνδυάζει κινηματογραφικές επιρροές και έναν απρόσμενα κεντρικό ρόλο για ένα σκηνικό φύσης από την Ελληνική επαρχία, για να πει μια μεταφυσική νουάρ ιστορία εξιλέωσης για δύο γυναίκες που θέλουν να δραπετεύσουν.

Η ταινία μας εντυπωσίασε αρκετά με την ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες της- μιλήσαμε μάλιστα και με την Αγγελική Παπούλια, η οποία παίζει την σκληρή αστυνομική διοικητή του τμήματος του Μεσολογγίου, όπου έχει βρεθεί σε δυσμενή μετάθεση και αφήνει τα χρόνια να περνάνε μέσα σε νέφος θυμού και αλκοόλ. Δίπλα της πρωταγωνιστεί κι η συν-σεναριογράφος Γιούλα Μπούνταλη, στο ρόλο μιας γυναίκας που οι μοίρες τους συνδέονται σχεδόν ονειρικά.

Γύρω από τις δύο γυναίκες, οι ζωές των οποίων αλλάζουν όταν μια αυτοκτονία αλλάζει όλες τις ισορροπίες της μικρής τους κοινότητας, η ταινία στήνει ένα γαϊτανάκι αξιομνημόνευτων χαρακτήρων, γιατρούς, εργάτες, μέχρι και τον τοπικό σταρ λαϊκό τραγουδιστή που παίζει ο Χρήστος Πασσαλής. Η αυθεντικότητα του τελευταίου υπογραμμίζεται από τη συμμετοχή στην ταινία του Φοίβου, του οποίου ο Πασσαλής όχι μόνο λέει παλιά γνωστά τραγούδια, αλλά και ένα καινούριο που ο Φοίβος έγραψε για την ταινία.

Βρεθήκαμε στην παγκόσμια πρεμιέρα του «Θαύματος», στο Πανόραμα του Φεστιβάλ Βερολίνου τον περασμένο Φλεβάρη, όταν η ταινία ξεκινούσε την φεστιβαλική διαδρομή της. Εκεί, μιλήσαμε με τον Σύλλα Τζουμέρκα για το σινεμά είδους, για το σκηνικό του Μεσολογγίου, για τους μοναδικούς του χαρακτήρες και, φυσικά, για τη συμμετοχή-έκπληξη του Φοίβου στη μουσική του φιλμ.

 

Πώς προέκυψε το ασυνήθιστο σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η ταινία;

Η βασική ιδέα του σεναρίου ξεκίνησε από τα χέλια, από την ιστορία του χελιού όπως τη λένε και στην ταινία, το ταξίδι δηλαδή που κάνει το χέλι όταν φτάνει στη σεξουαλική ωριμότητα και αλλάζει από ζώο της στεριάς που ζει στους βάλτους και το γλυκό νερό, και κάποια στιγμή δέχεται ένα μυστηριώδες κάλεσμα, κανείς δεν ξέρει πώς, και αρχίζει να μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα της θάλασσας, αλλάζει όλη η σωματική και δερματική του κατασκευή. Ταξιδεύει για μίλια και μίλια, διασχίζει τη Μεσόγειο, βγαίνει από το Γιβραλτάρ στον Ατλαντικό και φτάνει στη θάλασσα των Σαργασσών, που είναι πάνω από την Κούβα, όπου γεννά το γόνο και πεθαίνει. Και μετά ο γόνος επιστρέφει με ένα εξίσου μυστηριώδη τρόπο πίσω.

Αυτή η ιστορία μας φάνηκε αρκετά συναρπαστική ώστε να φτιάξουμε ανθρώπινους ήρωες γύρω από αυτή, κι έτσι φτάσαμε στο Μεσολόγγι, στο δέλτα του Αχελώου και κάποια γυρίσματα πιο ψηλά στην Άρτα, σε πραγματική καλλιέργεια χελιού. Εγώ σε αυτή την ταινία ήθελα να κάνω κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ, που έχει να κάνει με τη φύση. Κι εκεί η φύση είναι αυτό ακριβώς που χρειαζόταν αυτή η ταινία. Έχει κάτι μαγικό, δεν είναι το κλασικό ελληνικό τοπίο, έχει πολλά νερά, ποτάμια, λίμνες, συνεχώς υπάρχουν καθρεφτίσματα, βάλτοι, λάσπες, μια ομορφιά που προκύπτει από βρωμιά, από άσχημα στοιχεία. Αυτό με μάγεψε τελείως.

Σας οδήγησε οπότε η ιδέα από μόνη της. Η επαρχία τι άλλο προσέθεσε; Καθώς αναπτύσσονταν οι χαρακτήρες, ας πούμε.

Υπάρχει αυτό που λέμε small town drama, είναι ταινία είναι πολύ σε αυτό τον χώρο, σε αυτές τις τραγωδίες και τα θαύματα που συμβαίνουν μέσα σε μικότερες κοινότητες. Που μπορεί να συναντάς κάτι από αμέριμνο μέχρι απόλυτα εφιαλτικό. Ο χαρακτήρας της Παπούλια συναντά τον χαρακτήρα της Φιλίνη σε 7 διαφορετικά σημεία, της λέει, «παντού είσαι;». Αυτό συμβαίνει σε μικρά μέρη.

Εγώ έχω γεννηθεί Θεσσαλονίκη αλλά έχω μεγαλώσει Νίσυρο, σε μικρό μέρος. Η φύση και οι άνθρωποι σε σχέση μεταξύ τους, από τότε που θυμάμαι θέλω να το κάνω στο σινεμά.

Πώς δουλέψατε τους χαρακτήρες; Είναι μια ταινία που βασίζεται πολύ στην αίσθηση αυτή της κοινωνίας περίεργων, ιδιαίτερων χαρακτήρων.

Έχουμε κλασικούς χαρακτήρες, τα πρόσωπα εξουσίας, τον τοπικό εισαγγελέα, έναν γιατρό στο νοσοκομείο, δηλαδή ανθρώπους ψηλά στην ιεραρχία μιας μικρής κοινότητας. Και μετά άλλους όπως τον τραγουδιστή που παίζει ο Πασσαλής, λούμπεν αλλά μεγάλη φυσιογνωμία στην πόλη, είναι ο τραγουδιστής του τοπικού σκυλάδικου.

Αλλά γενικά δεν δουλέψαμε με τύπους, καθόλου. Αυτό που συμβαίνει στην ταινία είναι ότι υπάρχουν αντιφατικές εικόνες του Παραδείσου. Όπως συμβαίνει και με εμάς στη ζωή, ο καθένας φαντάζεται ή του συμβαίνει ένας Παράδεισος, που συμβαίνει για λίγο και μετά προσπαθεί να τον βρει όσο πιο πολύ μπορεί. Κι όταν ξεφτίζει αυτό που νομίζει ότι έχει βρει, μπορεί να γίνει και πάρα πολύ βίαιος. Γύρω από αυτό φτιάχνουμε ανθρώπους με διαφορετικές εικόνες του Παραδείσου για να πλαισιώνουν αυτές τις δύο γυναίκες.

Δηλαδή ο τραγουδιστής φαντάζεται έναν Παράδεισο, του ξεφτίζει. Όλοι οι άλλοι βρίσκουν άλλα πράγματα. Ένας Παράδεισος έρχεται από τη σεξουαλικότητα, ένας έρχεται στην ταινία από την πίστη, κι ένας Παράδεισος έρχεται από τον αγώνα για να είσαι ελεύθερος. Να ζήσεις ελεύθερα, αλλού, μακριά.

(φωτό: Κική Παπαδοπούλου)

Σε σχέση με τις επιρροές από σινεμά είδους, τι κατεύθυνση είχες στο μυαλό σου; Η ταινία χτίζει μια κοινότητα από περίεργους χαρακτήρες, θυμίζει crime σε σκηνικό τύπου βαθιάς americana, και ένα φλερτ με το μεταφυσικό.

Η ταινία φτιάχνει ένα dream space, έχει να κάνει πολύ με τον χώρο των ονείρων. Μπαινοβγαίνει στα όνειρα των χαρακτήρων, όπου πολλές δυνάμεις ενεργοποιούνται ταυτόχρονα. Εμένα οι βασικές αναφορές μου είναι το «Nashville» του Άλτμαν, για μένα το καλύτερο small town drama, και η σκηνή με το τραγούδι είναι τελείως από εκεί. Μετά είναι ο Νίκολας Ρεγκ, που είναι το είδος του ονειρικού θρίλερ από το οποίο στην ουσία έχω αντλήσει. Και μια αναφορά άλλη είναι ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη, πολύ σπουδαία ταινία του Ανέστη Βλάχου, θρίλερ σε ελληνική κωμόπολη, μια ελληνική βερσιόν του είδος, στη δεκαετία του ‘60.

Την ταινία μας στο Πανόραμα την περιέγραψαν ως «genre-bending», χρησιμοποιεί δηλαδή είδη με ελεύθερο τρόπο χωρίς να θέλει να είναι κάτι από αυτά. Ταινία τρόμου, αστυνομικό θρίλερ, θρησκευτικό δράμα, κι αρχίζει να χορεύει μέσα σε αυτά. Αυτή είναι η ελευθερία που έχει αυτή η ταινία. Αυτό είναι το κέφι της.

Ο τραγουδιστής λέει τραγούδια του Φοίβου, πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία; Χτίζει σταδιακά μια έκρηξη, εκεί προέκυψε η ανάγκη για κάτι το πολύ αυθεντικό;

Ένας από τους ήρωές μας είναι ο λαϊκός τραγουδιστής. Καταλαβαίνουμε ότι έχει τραγουδήσει στο παρελθόν ποπ αλλά όπως συμβαίνει συχνά τραγουδάει και λαϊκά. Εμένα ο Φοίβος μου αρέσει πάρα πολύ, μ’αρέσει πάρα πολύ η «Αυλή του Παραδείσου» που είναι και στην ταινία, και μάλιστα έχει να κάνει και με όλη την ταινία. Γιατί όλοι στην ταινία μιλάνε για τον Παράδεισο, επομένως η «Αυλή του Παραδείσου» ήταν ένα κομμάτι το οποίο θα μπορούσε να αγκαλιάσει και με αυτό τον τρόπο την ταινία, να κάνει με ένα πολύ ωραίο τρόπο ένα καθρέφτισμα στο σύνολο. Και είναι ένα πολύ ωραίο τραγούδι.

Συναντήθηκα με τον Φοίβο και με μεγάλη χαρά ξεκινήσαμε μια συνεργασία. Φτιάχτηκε έτσι και το καινούριο τραγούδι που λέει ο Χρήστος στην ταινία και έγραψε και τη μουσική τίτλων τέλους. Δουλέψαμε υπέροχα μαζί. Ταυτόχρονα η μουσική του Φοίβου συνδυάζεται με τη μουσική των Drok_A_Tek που είναι βασικοί συνεργάτες, έχουμε δουλέψει σε άλλες δύο ταινίες μαζί, και κάνουν το πιο ελέκτρο κομμάτι της μουσικής, το πιο βαθύ soundscape της ταινίας, τα πιο μινιμαλιστικά θέματα.

Κι έτσι φτιάχτηκε αυτό το ετερόκλητο σάουντρακ το οποίο είναι ακριβώς στην καρδιά της ταινίας και στο DNA της, η οποία επίσης αντλεί από ετερόκλητα στοιχεία και φτιάχνει μια κοινή παλέτα. Αλλά το καθένα έχει τη δική του αυτονομία μες στην ταινία χωρίς να χαλάσει την ταυτότητά του.

Η ταινία έχει δύο ηρωίδες αλλά ανοίγουμε με την Ελισάβετ της Αγγελικής Παπούλια, βρίσκεται εκεί σαν σε καθαρτήριο.

Είναι μια γυναίκα που την έχουν ταπεινώσει πάρα πολύ, τη διώχνουν στην αρχή και τη στέλνουν να γίνει διοικητής σε ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα με ελάχιστη δραστηριότητα. Και είναι ένα κινούμενο σκάνδαλο. Εκεί τη συναντάμε. Αυτή η γυναίκα στη διάρκεια της ταινίας θα μπλέξει με μια σειρά από γεγονότα, και πραγματικά και ονειρικά, και θα αγωνιστεί να ξαναβρεί κάτι που έχει χάσει.

Μετά την εισαγωγή έχουμε το άλμα 10 χρόνων και ενώ ίσως περιμέναμε ο ήρωας σε μια τέτοια συνθήκη να έχει βρει εκεί μια θέση, αυτή νιώθουμε πως δεν έχει κολλήσει ποτέ, είναι σε διαρκή…

Σύγκρουση. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χωνεύουν τις ήττες τους. Που δεν εγκαταλείπουν αυτό που θα ήθελαν να είναι. Μπορεί να είναι σε μια τελείως άλλη κατάσταση κι αυτό τους κάνει δυστυχισμένους. Η Ελισάβετ έχει ένα όριο στο πόσο μπορεί να προδώσει τον εαυτό της. Δεν μπορεί να ζήσει μια κανονική ζωή, δεν το χωνεύει.

Η Παπούλια ήταν πάντα το πρόσωπο αυτού του χαρακτήρα;

Ναι. Νομίζω η Αγγελική έκανε ένα τεράστιο βήμα για να παίξει, είναι μια μεγάλη μεταμόρφωση, αλλά ήταν πάντα το πρόσωπο. Γιατί χρειαζόταν το θάρρος που έχει η Αγγελική και την ισχύ που απαιτείται ώστε να μπορεί να αποδώσει ένα πρόσωπο που ταυτόχρονα είναι πολύ ευάλωτο και πάρα πολύ απελπισμένο και αυτοκαταστροφικό, αλλά την ίδια στιγμή πανίσχυρο, επιθετικό, ωμό, απλό. Έχει πολλά τέτοια χαρακτηριστικά. Κι επίσης κάτι που παίζει η Αγγελική ωραία είναι μια αίσθηση αληθινής δικαιοσύνης. Δε μιλάω για το νόμο γιατί αυτά είναι γκρίζα στην ταινία, αλλά μια αίσθηση πραγματικής δικαιοσύνης που έχει μέσα της, αυτός ο χαρακτήρας.

Έχει ενδιαφέρον πώς την ακολουθεί και την κοιτάει η ταινία, βλέπουμε κάθε λεπτομέρεια πάνω της, πώς περπατάει, τα ρούχα, την τσάντα…

Δουλέψαμε πάρα πολύ στα κινησεολογικά, όλος ο χαρακτήρας στήθηκε πάνω στο κινησεολογικό και το ενδυματολογικό, γιατί η Αγγελική δε μοιάζει καθόλου με αυτή τη γυναίκα στη ζωή. Έχει η Ελισάβετ κάτι πολύ οριακά τρας στον τρόπο της. Κι επίσης το περίεργο είναι ότι αυτός χαρακτήρας έχει βασιστεί σε πραγματικό πρόσωπο. Αλλά είναι φοβερή στην ταινία, και πάρα πολύ αστεία. Ο χαρακτήρας της Ελισάβετ είναι σπαρταριστός.

Η άλλη ηρωίδα πώς γεννήθηκε;

Είναι το πιο σκοτεινό κέντρο της ταινίας, την παίζει η Γιούλα, είναι το ανάποδο. Όσο έξω είναι μερικές φορές η Ελισάβετ, αυτή είναι ένα πρόσωπο σχεδόν βουβό. Έχει χάσει τη φωνή της. Ζει στη σκιά ενός σχεδόν δαιμονικού αδερφού. Είναι μια γυναίκα που της έχουν ακυρώσει την ύπαρξη, είναι συνέχεια σε μια σκιά. Είναι πιστή. Είναι πολύ λούμπεν χαρακτήρας, και είναι σε ένα φοβερό έντονο διάλογο με αυτό που λέμε το καλό και το κακό, και το ποια είναι. Ή κατά πόσο αυτό που ζούμε είναι Κόλαση ή Παράδεισος. Είναι μια γυναίκα που σταδιακά αρχίζει και γεμίζει με κάτι καινούριο, μια νέα δύναμη. Η Γιούλα σε αυτό το ρόλο έφερε κάτι το φοβερό και το σωματικό, γιατί πρέπει αυτός ο χαρακτήρας να είναι ένα τρομερά δυνατό πρόσωπο, σωματικά. Ήθελε δύναμη.

(φωτό: Κική Παπαδοπούλου)

Κι αυτή η ταινία σου όπως και όλες οι προηγούμενες έχουν ταξιδέψει στο εξωτερικό, έχουν κάνει πρεμιέρες σε μεγάλα Φεστιβάλ, πώς αντιλαμβάνεσαι πλέον αυτή την εμπειρία;

Καλά, ωραίο είναι. [γελάμε]

Το σινεμά είναι μια διεθνής γλώσσα, ένα πράγμα που απευθύνεται παντού. Το καλό είναι ότι και οι τρεις ταινίες έχουν παίξει σε μεγάλα Φεστιβάλ κι αυτό αυξάνει την απεύθυνση. Εμένα αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μπορώ να κάνω ελεύθερα τη δουλειά μου. Τρία μεγάλα Φεστιβάλ, σημαίνει ότι μπορώ να κάνω ελεύθερα τη δουλειά μου.

Θεματικά, νιώθεις ότι υπάρχει κοινός θεματικός ιστός στις τρεις αυτές ταινίες σου;

Νομίζω αυτές οι τρεις ταινίες μαζί, ξεκινώντας από τη «Χώρα» ως τη «Σαργασσώ», είναι τρεις ταινίες που κάπως μιλάνε όσο πιο καθαρά μπορούν τουλάχιστον, για τη σύγχρονη εμπειρία αυτού που ζούμε. Η «Χώρα» ξεκινά πολύ έντονα πολιτικά, προ κρίσης, μια οικογένεια σε ένα μπαμ, μια πολύ πανκ ταινία. Η «Έκρηξη» είναι πιο εσωτερική, μιλάει για κάτι πιο καθαρτήριο και μια σύγκρουση με τη χώρα και με την οικογένεια αλλά από ένα πρόσωπο, με ένα τρόπο πιο εσωτερικό. Αυτό πια είναι το Χωρίς Οικογένεια, στο 3. Εδώ οι χαρακτήρες είναι όλοι μόνοι τους και πρέπει να τα βγάλουν πέρα. Για μένα, πρέπει να σου πω ότι μου αρέσουν πολύ αυτοί οι ήρωες που είναι τόσο μόνοι, σε αυτή την ταινία. Έχουν κάτι ελεύθερο και στο καλό και στο κακό. Κι αυτό είναι ωραίο.

Είναι στο «μετά». Υπάρχει κάτι το βαλτώδες στο μετά, αλλά όπως κι αυτή η ταινία, έχει και κάτι το αισιόδοξο.

(φωτό: Άρης Ράμμος)

*Το «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» κυκλοφορεί στις αίθουσες. Η συνέντευξη με τον Σύλλα Τζουμέρκα πραγματοποιήθηκε στο 69ο Φεστιβάλ Βερολίνου.

ΚΙ ΑΛΛΟ «ΘΑΥΜΑ»

Η Αγγελική Παπούλια δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να παίξει τον νέο της ρόλο

***

Class of ’99: Το αφιέρωμά μας στο θρυλικό σινεμά του 1999 ολοκληρώνεται στο νέο επεισόδιο του POP για τις Δύσκολες Ώρες, με τις 35 ταινίες που διαμόρφωσαν την καλύτερη χρονιά του κινηματογράφου!